ἑτερόπλοος

ἑτερό-πλοος, ον, [var] contr. [suff] ἑτερό-πλους, ουν,
A lent on bottomry with the risk of the outward, but not of the homeward, voyage,

ἀργύριον D.34.30

;

δανείσαντες ἑ. τἀργύριον εἰς Ἀθήνας Id.56.29

; τὰ ἑ. (sc. ἀργύρια) Id.34.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερόπλοα — ἑτερόπλοος lent on bottomry with the risk of the outward neut nom/voc/acc pl ἑτερόπλους lent on bottomry with the risk of the outward neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερόπλους — ἑτερόπλους, ουν και ἑτερόπλοος, ον (Α) 1. τα χρήματα που δανείζεται κάποιος μόνο για ένα ταξίδι όταν αποπλέει από ένα λιμάνι για να μεταβεί σε άλλο και τα οποία επιστρέφει στον τόπο τού κατάπλου («ἑτερόπλουν τἀργύριον εἰς Ἀθήνας», Δημοσθ.) 2. (το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.